Μισθοί δύο ταχυτήτων: Η χαοτική διαφορά των 439 ευρώ ανάμεσα σε μεγάλες και μικρές επιχειρήσεις
Μισθολογικό χάσμα στον ιδιωτικό τομέα, καθώς ο μέσος μισθός στις μεγάλες επιχειρήσεις είναι έως και 50% μεγαλύτερος από ότι στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Αισθητά υψηλότερες αποδοχές καταγράφονται στις μεγάλες επιχειρήσεις, σε σύγκριση με τις μικρές και πολύ μικρές, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία από τις Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις (ΑΠΔ) που υποβλήθηκαν στον ΕΦΚΑ. Τα δεδομένα δείχνουν ότι όσο αυξάνεται το μέγεθος του εργοδότη, τόσο ανεβαίνει και ο μέσος μισθός των εργαζομένων.
Με βάση την επεξεργασία των στοιχείων, στις μεγάλες επιχειρήσεις ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης διαμορφώθηκε στα 1.440,02 ευρώ. Ωστόσο, εφόσον συνυπολογιστεί και ο μέσος μισθός των εργαζομένων με μερική απασχόληση, ο οποίος ανέρχεται στα 608,05 ευρώ, ο συνολικός μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα για τις μεγάλες επιχειρήσεις διαμορφώνεται στα 1.292,65 ευρώ.
Στον αντίποδα, στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις –δηλαδή σε εργοδότες με λιγότερους από 10 εργαζόμενους– ο μέσος μισθός φτάνει στα 853,82 ευρώ. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο κατηγορίες επιχειρήσεων ανέρχεται στα 439 ευρώ, αποτυπώνοντας ένα σταθερό μισθολογικό χάσμα με βάση το μέγεθος της επιχείρησης.
Παράλληλα, τα στοιχεία του ΕΦΚΑ καταγράφουν και την εξέλιξη των αποδοχών σε ετήσια βάση. Στις κοινές επιχειρήσεις, μέσα σε ένα έτος (Ιούνιος 2024 – Ιούνιος 2025), το μέσο ημερομίσθιο αυξήθηκε κατά 3,51%, από 53,03 ευρώ σε 54,89 ευρώ. Στα οικοδομοτεχνικά έργα, η αντίστοιχη αύξηση ήταν σημαντικά υψηλότερη και έφτασε το 13,15%, από 50,49 ευρώ σε 57,13 ευρώ.
Αντίστοιχα, ο μέσος μισθός στις κοινές επιχειρήσεις αυξήθηκε κατά 4,34%, από 1.134,16 ευρώ σε 1.183,34 ευρώ, ενώ στα οικοδομοτεχνικά έργα η αύξηση έφτασε το 16,41%, από 805,82 ευρώ σε 938,07 ευρώ.
Η «ανθρωπογεωγραφία» της απασχόλησης
Τα στοιχεία του ΕΦΚΑ αποτυπώνουν και τη συγκέντρωση της απασχόλησης ανά κλάδο. Στο σύνολο των ασφαλισμένων, το 19,98% εργάζεται στον κλάδο «Ξενοδοχεία και Εστιατόρια», το 19,49% στο «Χονδρικό και Λιανικό Εμπόριο», το 11,59% στις «Μεταποιητικές Βιομηχανίες», ενώ το 5,61% απασχολείται στις «Κατασκευές».
Σε ό,τι αφορά την υπηκοότητα, το 86,71% των ασφαλισμένων έχει ελληνική υπηκοότητα, το 1,98% προέρχεται από χώρα της Ε.Ε. και το 11,31% από χώρα εκτός Ε.Ε.
Μεταξύ των ασφαλισμένων με ελληνική υπηκοότητα, το 20,62% απασχολείται στο Χονδρικό και Λιανικό Εμπόριο, το 17,32% σε Ξενοδοχεία και Εστιατόρια και το 11,46% στη Μεταποίηση.
Για τους αλλοδαπούς ασφαλισμένους, η μεγαλύτερη συγκέντρωση καταγράφεται στα Ξενοδοχεία και Εστιατόρια ( 35,98% ), ακολουθεί η Διαχείριση Ακίνητης Περιουσίας ( 15,83% ) και το Χονδρικό και Λιανικό Εμπόριο ( 11,50% ).
Ως προς τις ειδικότητες, η κατηγορία επαγγέλματος με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση στις κοινές επιχειρήσεις είναι οι «Υπάλληλοι Γραφείου», όπου απασχολείται το 22,43% του συνόλου.
Η αναλογία ανδρών-γυναικών στο σύνολο των επιχειρήσεων (κοινές επιχειρήσεις και οικοδομοτεχνικά έργα) διαμορφώνεται σε 52,37% άνδρες και 47,63% γυναίκες.
Η μέση ηλικία των ασφαλισμένων είναι 41,54 έτη, ενώ στις κοινές επιχειρήσεις είναι 41,41 έτη και στα οικοδομοτεχνικά έργα 46,97 έτη. Από το σύνολο των ασφαλισμένων, το 22,76% είναι ηλικίας έως 29 ετών και το 44,85% έως 39 ετών, ενώ το 59,39% βρίσκεται στο ηλικιακό εύρος 25 έως 49 ετών.